καινοτομία (η) [αρχ.] {καινοτομιών} η ουσιώδης τροποποίηση, η ριζική αλλαγή: η νέα διεύθυνση εισήγαγε / έφερε πολλές ~ στην επιχειρήση ΣΥΝ. νεωτερισμός
καινοτομώ ρ. αμετβ. {καινοτομείς.../καινοτόμησα} εισάγω νέες μεθόδους, φέρνω αλλαγές και νεωτερισμούς ΣΥΝ. νεωτερίζω - καινοτόμος, -ος, -ο [αρχ]
πηγή: Γ. Μπαμπινιώτης "Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας"
Στην Charakis Research & Consulting, καινοτομία σημαίνει ανταγωνιστικότητα, ανάπτυξη, επιτυχία, πρόκληση, έρευνα, επένδυση για το μέλλον.
Καινοτομούμε για να καινοτομείτε εσείς, οι πελάτες μας.